Την γνώρισα ένα καλοκαιρινό σαββατόβραδο του Ιούλη στη Λεμεσό στο σπίτι μιας κοινής μας φίλης. Ευφροσύνη στο όνομα και στη χάρη! Λιγομίλητη στην αρχή, σκεπτική και με τη μελαγχολία εκείνη που διακρίνει όλους τους βαθιά ρομαντικούς και σκεπτόμενους ανθρώπους της κοινωνίας μας. Γυναίκα καλλιεργημένη, προσιτή, που ξέρει να αγαπάει και να αγαπιέται. Κινείται με μια φυσική άνεση μέσα στο χώρο και στέκεται επάξια του καλού ονόματος που έχει χτίσει όλα αυτά τα χρόνια τόσο στον τομέα της δημόσιας εκπαίδευσης, τον οποίον υπηρετεί από το μετερίζι της φιλολογίας, όσο και στο χώρο της ποίησης. Το Νοέμβριο του 2013, η ποιητική της συλλογή «Ο Νώε στην πόλη» απέσπασε το κρατικό βραβείο ποίησης στην Κύπρο, ανταμείβοντας επάξια την ποιήτρια για τον πνευματικό της μόχθο. Σύζυγος και μητέρα δύο παιδιών, φιλόλογος και ποιήτρια, αγαπημένη φίλη κι αγαπημένος άνθρωπος που σαν φανοστάτης δείχνει το δρόμο στους αναγνώστες της προς την πνευματική λύτρωση και ψυχική ανάταση.

Κυρία Ευφροσύνη, προλογίζοντας την ποιητική σας συλλογή «Οι Μέρες Υφάντρες Οι Νύχτες Γυμνές» λέτε ότι ο κόσμος πρέπει να γεννήθηκε από μια έκρηξη Σιωπής. Ποια ανάγκη θεωρείτε ότι γέννησε την Ποίηση;

Ο κόσμος κι η γραφή κυοφορείται και γεννιέται μέσα από τη σιωπή. Ο άνθρωπος έρχεται στη ζωή από τη σιωπή, μια σιωπή που κουβαλάει ως σπέρμα όλες τις δυνατότητες. Στο σημείο ακριβώς που ο άνθρωπος εισέρχεται στο χωροχρόνο αρχίζει η ιστορία της τέχνης. Σε όλες τις μορφές της και φυσικά η ποίηση. Με τη γένεση. Δεν θα μπορούσε να γεννηθεί ζωή και να συνεχίζει χωρίς αυτή την πρώτη κίνηση. Κι ό,τι βαθαίνει και ό,τι ανυψώνει την ποίηση αιώνες τώρα και την ανανεώνει είναι το γεγονός πως κάθε στιγμή άνθρωποι συλλαμβάνουν με τρόμο σχεδόν την ύπαρξη τους στο σύμπαν. Για να γεμίσεις μια έρημο, για να αντέξεις ένα σύμπαν, θα βγάλεις την πιο δυνατή κραυγή, θα χορέψεις, θα ζωγραφίσεις, θα τραγουδήσεις… κι όλα με πάθος. Η ποίηση δεν προκύπτει από μια επιπρόσθετη ανάγκη που δημιουργείται στην πορεία και στην εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού. Γι’ αυτό δεν είναι ποτέ περιττή, ή μια κάποια πολυτέλεια σε οποιουσδήποτε καιρούς.

Αντιλαμβάνεστε την Ποίηση ως ταξίδι ή ως προορισμό και γιατί;

Το ταξίδι και ο προορισμός ως θέμα ενέπνευσε και εμπνέει τους ποιητές. Από τα κορυφαία ποιήματα η Ιθάκη του Καβάφη. Η ποίηση η ίδια όμως δεν είναι ταξίδι σε χώρες και προορισμούς που σου ετοιμάστηκαν από πριν και σε περιμένουν να τους συναντήσεις. Ή να τους φωτογραφίσεις. Παίρνεις από όγκους λέξεων που μπορούν να ονομάσουν άπειρα πράγματα, καταστάσεις, νοήματα κι αφαιρώντας από τη μια και δουλεύοντας τες από την άλλη προσπαθείς αλληλέγγυος με τον κόσμο και τη μοίρα του, να ονομάσεις σημεία στο χάρτη της ανθρώπινης περιπέτειας κι αναζήτησης.

Διακρίνω σε όλες τις ποιητικές σας συλλογές μια ιδιαίτερη αγάπη για τη Λευκωσία, με αποκορύφωμα την τελευταία σας ποιητική συλλογή «Ο Νώε στην πόλη» όπου την αποθεώνετε. Τι είναι αυτό που σας γητεύει τόσο σε αυτή την πόλη;

Δεν την αποθεώνω. Κάθε άλλο. Μιλώ για φθορά, για μια πόλη αιμάσσουσα, για καταστάσεις τραγικές… Η αίσθηση της αποθέωσης που αναφέρετε έχει να κάνει με την αποθέωση του έρωτα για αυτήν την πόλη. Ο έρωτας αποθεώνεται. « Σκεπάσου περιστέρα μου, σκεπάσου αηδόνα! Σκεπάσου αγαπημένη πόλη μου τον ανάλαφρο ύπνο τους, το βαρύ ξύπνημά τους, σκεπάσου τη ζωή τους και το θάνατο· βάλε κορώνα στο κεφάλι σου τη λαμπερή σελήνη και μέσα από σκοτάδια φύγε αστέρι· σαν ανάληψη στον ουρανό» Και δεν είναι για τη Λευκωσία μόνο ο έρωτας αυτός. Είναι για κάθε μοιραία πόλη και κάθε μοιραία ύπαρξη, για ό,τι είναι η πόλη. Γιατί και στο μυθιστόρημά μου « Χωρίς την Αριάδνη» εκφράζεται ένα παρόμοιο πάθος για την Κερύνεια.

Υπάρχουν κάποια πράγματα που θα θέλατε να αλλάξετε στη Λευκωσία και γενικότερα στην Κύπρο;

Όποιος ζει στη Λευκωσία και γνοιάζεται για την πόλη του, ένα πράγμα μπορεί να θέλει: να αναστρέψει την τραγική της μοίρα. Να την δει και πάλι να γίνεται πόλη. Τώρα είναι ένα σκέλεθρο. Κι οι πιο πολλοί δεν το βλέπουν. Κι άλλοι γοητεύονται από την εντός των τειχών Λευκωσία ως να είναι ένα μαγικό σκηνικό… « σπίτια παλαιικά εμποτισμένα με το όπιο της νέας χρήσης … παρακμιακά καφενεία,… διάβρωση, οξείδωση, σκελετοί παλιάς σκάλας, μια καμάρα που γέρνει δίχως συντροφιά… φυλάκια φυτεμένα στη μεσοτοιχία των συνοικιών…» Κι όμως είναι ένα τοπίο θανάτου απένθητο που το ξορκίζουμε με μπαράκια, καφετέριες, κάποτε και με κάποιο εργαστήρι καλών τεχνών, μια γκαλερύ… ελπίζοντας πως έτσι από την ακρωτηριασμένη πόλη θα γεννηθεί ένα σώμα ολόκληρο, γερό, ένας κόσμος άρτιος.

Στο ποίημα «Ξεπεσμός», θέτετε ως ρητορικό ερώτημα αν γυρεύει κανείς αετούς σ’ αυτό τον τόπο. Στη συνέχεια απαντάτε ότι τους αετούς εδώ, τους μάθαμε πώς να πετούν στα χαμηλά και αν δεν τα καταφέρνουν, τους κόβουμε και λίγο τα φτερά. Με αφορμή αυτό το ποίημα, θα ήθελα να μου σχολιάσετε εν συντομία την κυπριακή κοινωνία και νοοτροπία. Τι είναι αυτό που σας ενοχλεί περισσότερο σ’ αυτήν και αντιστοίχως τι σας κάνει να νιώθετε περήφανη που είστε Κύπρια;

Το ποίημα «Ξεπεσμός» ιδωμένο μέσα στη συλλογή «Οι Μέρες Υφάντρες οι Νύχτες Γυμνές» αποτυπώνει το αίσθημα της ματαίωσης και του συμβιβασμού. Είναι ποιήματα που κουβαλούν την αντίδραση του εφηβικού μου στήθους απέναντι στη βία της εισβολής. Ήταν το αίσθημα της ματαίωσης, της διάψευσης, η απόγνωση της μοναξιάς που κουβαλά η ιστορία των μικρών τόπων και η ανάγκη να συμβιβαστείς με τα «χαμηλά» και με τα όρια που σου επιβάλλονται. Δεν είναι λοιπόν περίεργο κάποια στιγμή για κάποιους η μετριότητα να φαίνεται ως κανονικότητα. Οπόταν μπορεί και να υπονομεύεται όποιος ξεφεύγει. Συναισθηματικά δεν αντέχω πια να μιλώ εύκολα για την κοινωνία μας και τη νοοτροπία μας. Ακούω συχνά να συζητούν επαναλαμβάνοντας μερικές συγκεκριμένες απόψεις με αυτιστική στερεοτυπία αλλά και με ύφος ως να έχουν δει και μελετήσει τα θέματα αυτά εις βάθος. Γενικεύουν προσωπικές εμπειρίες, αποστηθίζουν λόγια άλλων και τα ενστερνίζονται χωρίς να τα περάσουν από έλεγχο, συμπεραίνουν στη βάση μιας ελλιπούς γνώσης. Αισθάνομαι όλο και περισσότερο την ανάγκη να μας βρίσκω ελαφρυντικά. Η Κύπρος επαρχία και η Κύπρος κράτος. Να μια σημαντική παράμετρος για περίεργες θα λέγαμε τουλάχιστον καταστάσεις μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Μια κοινωνία όλο και πιο ζαλισμένη, σε ίλιγγο, μικρή κοινωνία με όλα τα χαρακτηριστικά που συνεπάγονται από αυτό και ταυτόχρονα πολύ εκτεθειμένη λόγω της γεωπολιτικής της θέσης. Με ενοχλεί που τόσο αργά αλλάζουν τα πράγματα κι η μόνη φορά που είδα να αλλάζουν ξαφνικά δεν έγινε από μια επανάσταση γνώσης κι επίγνωσης. Συνέβη κάτω από συνθήκες μιας βίαιης εισβολής και κατοχής που άλλαξε το κοινωνικό τοπίο μέσα σε λίγο χρόνο. Δυσκολεύομαι με τη λέξη περήφανη. Νιώθω ότι είναι πολύ αξιοπρεπές να είμαι μέλος της Κυπριακής κοινωνίας που δεν είναι η καλύτερη ούτε η χειρότερη κοινωνία.

«Μα δεν υπάρχει πιο εγκάρδιο χαμόγελο από τα χείλη που πόνεσαν θανατηφόρα» λέει ένας στίχος από το ποίημά σας «Το Μέσα Φόρεμα» στην ομώνυμη ποιητική συλλογή. Η εγκαρδιότητα του κυπριακού λαού, θαρρείτε πως οφείλεται στον πόνο που έχει βιώσει; Πώς βλέπετε να διαγράφεται η μοίρα αυτού του τόπου, ειδικά λαμβάνοντας υπόψη τις τελευταίες εξελίξεις για το κυπριακό ζήτημα;

Όταν έγραφα το στίχο αυτό, δεν είχα κατά νου την εγκαρδιότητα του κυπριακού λαού. Ξέρω όμως ανθρώπους που δοκίμασαν τέτοια ακραία μορφή πόνου και κινδύνου στη ζωή τους, που έμοιαζαν μετά ως να γύριζαν από το θάνατο. Κάποιοι τα καταφέρνουν να επιστρέψουν όντως στο φως και το σκοτάδι που αφήνουν πίσω τους, κάνει πιο φωτεινά τα πρόσωπά τους. Χαμογελούν από ένα άλλο βάθος μιας κατανόησης της τραγικότητας της ανθρώπινης ύπαρξης.

Οι φιλολογικές σας σπουδές και η επαφή σας με τον αρχαίο πολιτισμό έχουν επηρεάσει τον τρόπο γραφής σας;

Αναπόφευκτα. Κι αυτά και πολλά άλλα.

Είναι αποτρεπτικό ή τελικά πιο εύκολο για εκείνον που διδάσκει λογοτεχνία και ποίηση να ασχοληθεί με τη συγγραφή ανάλογων κειμένων;

Είναι δύσκολο έως επικίνδυνο να είσαι φιλόλογος και συγγραφέας. Την ώρα που γράφεις πρέπει να απεκδύεσαι την ιδιότητα του φιλολόγου, να την σβήνεις εντελώς.

Η τελευταία σας ποιητική συλλογή «Ο Νώε στην πόλη» απέσπασε θριαμβευτικά το κρατικό βραβείο ποίησης στην Κύπρο για το 2012. Πείτε μας λίγα λόγια για αυτή τη δουλειά και γιατί θεωρείτε ότι αγαπήθηκε τόσο από το αναγνωστικό κοινό και τους κριτικούς.

Το σκεπτικό της βράβευσης ήταν το εξής: «Η ποιήτρια χρησιμοποιεί την αλληγορία του κατακλυσμού του Νώε για να μνημειώσει το δράμα μιας χειμαζόμενης πόλης, υιοθετώντας το πολύμορφο είδος του «πεζού ποιήματος» που σπανίζει στην κυπριακή ποιητική παραγωγή. Η πόλη, στην οποία αναγνωρίζουμε την παλιά Λευκωσία, σπαράσσεται από τα πλήγματα που της επισώρευσε η ιστορία, όπως σε μια βιβλική καταστροφή: πόλεμος, προσφυγιά, οικονομική ανέχεια, γήρας, αποτυπώνονται στα ερειπωμένα κτίσματα όσο και στο ανθρώπινο τοπίο. Άνθρωποι του περιθωρίου, πόρνες, μετανάστες, φαντάροι, μοναχικοί, ανάπηροι, σκιαγραφούνται σε μικρά πορτραίτα που συγκεφαλαιώνουν τον πόνο και τον κατατρεγμό. Η ποιήτρια, στραμμένη σ’ αυτόν τον κόσμο των ταπεινών και καταφρονεμένων, αποτυπώνει σε χαμηλόφωνους λυρικούς τόνους την ανθρώπινη βάσανο απηχώντας τη συμβολική γλώσσα των Γραφών. Θρηνητική και δεητική, η συλλογή λειτουργεί μεταφορικά ως κιβωτός λέξεων στην οποία διασώζεται η ανθρώπινη ευαισθησία προς τον συμπάσχοντα.»

Η γραφή του έργου ως διαδικασία ήταν μια μοναδική εμπειρία, ως μια εσωτερική απελευθέρωση που με έφερνε σε επαφή με τα κατάβαθα του είναι μου. Έγραφα αβίαστα ακολουθώντας ένα εσωτερικό ρυθμό. Στο τέλος του έργου μέσα σε λίγες μόνο γραμμές εμφανίζεται ο Νώε. Είχα την αίσθηση όμως πώς ήταν εκεί πίσω μου στη σκιά ως να παράστεκε στη γραφή του.

Εκτός από ποίηση έχετε γράψει κι ένα μυθιστόρημα με τίτλο «Χωρίς την Αριάδνη», όπου αναφέρεστε στον αυτισμό. Μιλήστε μας για το εν λόγω εγχείρημα και τη σύλληψη της ιδέας.

Ο επεξηγηματικός υπότιτλος του μυθιστορήματος είναι «στη χώρα του αυτισμού παρέα με την ποίηση.» Είναι η ιστορία ενός αυτιστικού παιδιού φωτισμένη από τη σύνθεση του αυτιστικού του λόγου και άλλων κωδίκων που χρησιμοποιεί και η ιστορία αυτή κινείται σε μια αυτιστική κοινωνία και πολιτεία. Στα έργα μου γράφω για πράγματα, πρόσωπα, καταστάσεις που με έχουν αγγίξει βαθύτατα, που με αφήνουν άγρυπνη, που με κρατούν συγκινημένη.

Έχω πληροφορηθεί ότι ετοιμάζετε μια νέα ποιητική συλλογή. Θα θέλατε να μας αποκαλύψετε κάποια περισσότερα στοιχεία για αυτή;

Έχει τίτλο Ναρκοσυλλέκτρια και αναμένεται να κυκλοφορήσει το καλοκαίρι.

Κλείνοντας αυτή την όμορφη συνέντευξη που μου παραχωρήσατε απλόχερα, θα σας ζητήσω να απευθυνθείτε στα νέα παιδιά της γενιάς μου και να τους δώσετε μια ευχή-συμβουλή που θεωρείτε ότι θα τους είναι ωφέλιμη για τη ζωή τους. Επίσης, τι θα συμβουλεύατε όλους όσους έχουν ήδη, ή πρόκειται να ακολουθήσουν το δύσκολο μονοπάτι της ποίησης και της συγγραφής εν γένει, υπό την έννοια ότι αυτή η δραστηριότητα (σε αντίθεση με αυτό που υποστήριζε ο Ελύτης) δεν είναι η συνήθης ασκούμενη βιοποριστική ενασχόληση.

Να μου επιτρέψετε να σχολιάσω με δύο στίχους από τη συλλογή «… σε έρωτα ή θάνατο θα πάμε»

«Καταδυθείτε στις αναμετρήσεις σας με την αλήθεια»

«Ρωτήστε εκείνους που δεν υπόσχονται απαντήσεις»

Τι να πω στους νέους που επιλέγουν το δρόμο της ποίησης; Κι εγώ στο δρόμο είμαι, σε πορεία. Δεν έχει τέλος ο δρόμος αυτός και πάντα δοκιμάζεις ένα ακόμη βήμα … Προτιμώ να συνομιλώ και να μοιράζομαι με τους άλλους ελπίζοντας πως αυτό είναι πολύ πιο ωφέλιμο. Καμιά άποψη και γνώση που παίρνεις για να εγκιβωτιστεί ως πληροφορία στη μνήμη σου δεν έχει αξία. Μόνο αν καταστεί αντικείμενο συνομιλίας αποκτά νόημα και μάλιστα προσωπικό για τον καθένα από τους συνομιλούντες.

Τελειώνοντας τη συνέντευξη με την ποιήτρια Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου, νιώθω πιο ανάλαφρη και συνάμα πιο ζωντανή. Ευθύς μου έρχονται στο νου τα λόγια του Οδυσσέα Ελύτη: «Δεν αρκεί να ονειροπολούμε με τους στίχους. Είναι λίγο. Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ. Κατά βάθος ο υλικός κόσμος είναι απλώς ένας σωρός από υλικά. Θα εξαρτηθεί από το αν είμαστε καλοί ή κακοί αρχιτέκτονες το τελικό αποτέλεσμα». Και η ποιήτρια Ευφροσύνη Μαντά- Λαζάρου απέδειξε και συνεχώς αποδεικνύει τόσο με το πνευματικό της έργο όσο και με το ήθος της ότι κατέχει πολύ καλά την τέχνη της αρχιτεκτονικής του λόγου…
 
Πέννυ Γιώσα