Καιρό τώρα ήθελα να ασχοληθώ με το θέμα της ψευδολογίας. Γιατί άραγε να λέμε ψέματα; Υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει πει ποτέ στη ζωή του κανένα, έστω και συμβατικό;

Το πρώτο άτομο που σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να απαντήσει στα παραπάνω ερωτήματα, προβαίνοντας στην ανατομία του ψέματος και συνάμα του ίδιου του εαυτού μας, ήταν ο προσωπικός μου φίλος και ψυχολόγος, κ. Σωκράτης Παναγή.

Με ακόρεστο πάθος προς αναζήτηση της αλήθειας μέσα από την παρατήρηση και θεραπεία των ασθενών του, ο Σωκράτης Παναγή μοιράστηκε μαζί μας τις εμπειρίες και τα αναγνώσματά του σχετικά με το ψέμα.

1. Γιατί λέμε ψέματα; Τα παιδιά σε ποια ηλικία, συνήθως, αρχίζουν να λένε ψέματα;

Το ψέμα είναι μια ψυχολογική στρατηγική που μπορεί να χρησιμοποιηθεί επιθετικά ή αμυντικά και έχει ως σκοπό να προστατεύσει την εικόνα που βγάζουμε προς τα έξω. Απορρέει μέσα από τις αδυναμίες μας να αποδεχθούμε τον εαυτό μας ή να προβλέψουμε τις καταστάσεις που μας περιβάλλουν.

 
Επιθετικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς εκδίκησης, όπως για παράδειγμα το κακό κουτσομπολιό για να μειώσουμε κάποιον που μας εκνεύρισε. Πολλές φορές μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως μέσο εκμετάλλευσης για απόσπαση χρημάτων ή πληροφοριών. Ο χρήστης του επιθετικού ψέματος είναι συνήθως άτομο θυμωμένο και η ιδέα που έχει για τον κόσμο γύρω του είναι γεμάτη ανασφάλεια (π.χ. «αν δεν εκμεταλλευτώ εγώ πρώτος, θα με εκμεταλλευτούν οι άλλοι» ή «χωρίς να εκμεταλλευτώ δεν μπορώ να επιβιώσω»).

 
Το ψέμα όμως μπορεί να χρησιμοποιηθεί και αμυντικά. Η άμυνα, αντίθετα με την επίθεση, είναι μια στάση που ίσως να μην προσπαθεί να προστατεύσει μόνο τον εαυτό μας, αλλά και τους άλλους. Ψέματα λέει κάποιος για να μην χάσει τη δουλειά του (αυτοπροστασία) ή για να μην πληγώσει την έφηβο κόρη του που τον ρωτά αν είναι όμορφη,ενώ έχει γεμίσει σπυράκια, ζυγίζει 100 κιλά ή έχουν πέσει τα μαλλιά της από τη χημειοθεραπεία.

 
Τα παιδιά είναι ικανά να πουν ψέματα από τη πρώτη μέρα που αρθρώνουν τις πρώτες τους λέξεις, ιδιαίτερα μετά την ηλικία των δύο ετών. Για να μπορέσουν να αναπτύξουν τις πρώτες τους λέξεις θα πρέπει να έχουν αναπτύξει την αντίληψη του εαυτού τους, την αυτοεικόνα τους. Άρα θα έχουν ήδη αναπτύξει το αίσθημα της ντροπής που μπορεί να είναι παράγοντας ψέματος. Αυτό το επιβεβαιώνει και ο αναπτυξιακός ψυχολόγος Erik Erikson μέσα από τις έρευνες του. Κατά τον Erikson στην περίοδο μεταξύ δύο και τεσσάρων χρόνων τα παιδιά αναπτύσσουν την αυτονομία τους και μαζί με αυτή τα συναισθήματα της αμφιβολίας και της ντροπής. Μελέτες αποδεικνύουν πως τα βρέφη από την ηλικία των 6 μηνών παράγουν ψεύτικο κλάμα για να ζητήσουν τη προσοχή των γονιών τους (Hiroko Nakayama 2013). Το ψεύτικο κλάμα γίνεται πειραματικά από τα παιδιά και σταματά για να παρατηρήσουν τη συμπεριφορά του γονέα. Παρόμοιες μελέτες δείχνουν πως μέχρι την ηλικία του ενός χρόνου τα παιδιά μαθαίνουν να κρύβουν πράγματα και να αποσιωπούν την αλήθεια. Στα δύο χρόνια τα παιδιά ξέρουν να μπλοφάρουν, στα πέντε να κολακεύουν για να κερδίσουν αυτό που θέλουν, στα εννέα ξέρουν να συνδέσουν ψέματα για να δημιουργήσουν μεγαλύτερα, και μέχρι τις τάξεις του Λυκείου ο μέσος έφηβος ψεύδεται μία στις πέντε φορές που επικοινωνεί με τους γονείς του.

2. Ανάμεσα στο ψέμα και την αλήθεια υπάρχει η διέξοδος της σιωπής. Τελικά η αποσιώπηση της αλήθειας μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι ψέμα ή όχι; Κι αν ναι, κάτω από ποιες συνθήκες;

Η αποσιώπηση της αλήθειας είναι ένα είδος ψέματος εάν αυτό γίνει εσκεμμένα. Αν όμως γίνει χωρίς πρόθεση, τότε δε μιλάμε για ψέμα, αλλά για κάποιο είδος αμέλειας. Το πρόβλημα είναι πως δε μπορούμε να ξέρουμε με σιγουριά αν υπήρχε πρόθεση, εκτός και αν ο ψεύτης είχε μοιραστεί την πρόθεση του με κάποιον άλλο.

3. Επομένως πως συμπεριφερόμαστε σε κάποιον που δεν μοιράζεται μαζί μας κάποιες πληροφορίες;

Αρχικά θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε αν το άτομο αυτό μπορεί να μοιραστεί μαζί μας την πληροφορία ή αν η πληροφορία ανήκει στα προσωπικά δεδομένα του ιδίου ή κάποιου άλλου. Αν δε μας αφορά η πληροφορία, τότε δεν υπάρχει λόγος να τη μοιραστεί.

Αν μας αφορά όμως και δε την έχει μοιραστεί, τότε πρέπει να προβληματιστούμε σχετικά με το όφελος που είχε το άτομο αυτό με την αποσιώπηση της αλήθειας (πιθανή πρόθεση).

Στη περίπτωση που το όφελος δεν είναι ξεκάθαρο, τότε ίσως να ήταν καλύτερα να συνεχίσουμε να έχουμε φιλική στάση προς το άτομο αυτό. Ούτως ή άλλως, αν συνεχίσει να συμπεριφέρεται με τον ίδιο τρόπο θα φανεί. «Ο ψεύτης και ο κλέφτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται» λέει μια παροιμία.

4. Υπάρχει τρόπος να καταλάβουμε από τη γλώσσα του σώματος ότι κάποιος μας λέει ψέματα;

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να καταλάβουμε ότι κάποιος λέει ψέματα. Η γλώσσα του σώματος είναι ένας από αυτούς. Ένας άλλος τρόπος είναι η ιστορική καταγραφή του τι ειπώθηκε και η ανάλυση της χρονολογικής σειράς και των χαρακτηριστικών στην ιστορία. Αν κάποιος ζήσει μια μνήμη, την εκφράζει πολύ διαφορετικά από κάποιον που δε την έζησε, αλλά τη δημιούργησε.
 
Η γλώσσα του σώματος και το ψέμα συνδέονται μέσω του συναισθήματος. Παρακολουθώντας τι ακριβώς νιώθει ο συνομιλητής μας, μπορούμε να καταλάβουμε τι νιώθει, αλλά δε μπορούμε να ξέρουμε σίγουρα το γιατί. Μπορούμε όμως να κρατήσουμε την κατάλληλη στάση ούτως ώστε να «αναγκαστεί» να το παραδεχθεί.

Υπάρχουν πολλές μεθοδολογίες που μπορούν να αποκαλύψουν την αλήθεια όταν κάποιος ψεύδεται. Η σειρά «Lie to Me» είναι μια καλή πηγή πληροφοριών για τη μεθοδική χρήση της γλώσσας του σώματος. Τη σειρά αυτή θα την κατανοήσει καλύτερα κάποιος με καλή γνώση της Αμερικανικής γλώσσας και κουλτούρας.

5. Πώς πρέπει να συμπεριφέρονται οι γονείς στα παιδιά τους όταν λένε ψέματα, ώστε να αποφευχθούν πιθανές μελλοντικές "παθολογικές" καταστάσεις;

 
Αν το παιδί μας λέει ψέματα δε θα πρέπει να του θυμώσουμε. Καλύτερα θα ήταν να του δείξουμε πως ξέρουμε ότι ψεύδεται, δεν εκτιμούμε τη συμπεριφορά αυτή, και πως δεν υπάρχει λόγος να γίνεται αυτό αφού μπορούμε να αποδεχθούμε την αλήθεια όπως έχει. Πρέπει όμως να είμαστε όντως έτοιμοι να αποδεχθούμε την αλήθεια όπως έχει!

Στη περίπτωση που το παιδί σας ψεύδεται παθολογικά, δηλαδή ψεύδεται επανειλημμένα και χωρίς σημαντικό φαινομενικά λόγο, τότε ίσως να πρέπει να επισκεφθείτε κάποιον ειδικό. Ένας καλός ειδικός θα σας εξηγήσει εκ των προτέρων τη διαδικασία της ψυχοθεραπείας και θα σας ζητήσει να δει το παιδί σας από κοντά.

Κάποιοι ειδικοί επιλέγουν να δουλέψουν με το παιδί, ενώ άλλοι προτιμούν να εκπαιδεύσουν τον ίδιο τον γονέα για να αντιμετωπίζει τέτοιες δυσκολίες. Αυτό συμβαίνει ανάλογα με την ηλικία και το πόσο πρόθυμο είναι το παιδί να δει τον ειδικό.

6. Ένα παιδί που λέει ψέματα είναι πιθανό μεγαλώνοντας να γίνει μυθομανής; Υπάρχει διαφορά της μυθομανίας από το ψέμα; Ένας μυθομανής άνθρωπος μπορεί να αντιληφθεί την παθολογία που τον διακατέχει;

Φυσικά και υπάρχει η πιθανότητα μεγαλώνοντας να γίνει μυθομανής. Αυτό όμως δε σημαίνει πως είναι κάτι σίγουρο.

Μυθομανής είναι το άτομο που ψεύδεται καταναγκαστικά σε αντίθεση με τον συνηθισμένο ψεύτη. Υπάρχει επίσης και η πιθανότητα να ψεύδεται και στον ίδιο του τον εαυτό. Στη περίπτωση που συμβαίνουν και τα δύο μιλάμε για μυθομανία σοβαρής μορφής.

7. Μια Ασσυριακή παροιμία λέει ότι «Εάν θέλεις να βοηθήσεις την αλήθεια, να γίνεις φίλος της ψευτιάς». Πώς εκλαμβάνετε ως ψυχολόγος αυτή την ρήση; Συμφωνείτε με αυτήν;

Κάποιος που ψεύδεται συχνά έχει αναπτύξει πολύ συγκεκριμένες μεθόδους ψέματος. Για αυτό το λόγο μπορεί πολύ πιο εύκολα να αναγνωρίσει τέτοιου είδους μεθόδους όταν χρησιμοποιούνται από άλλους.

Από την άλλη όμως αυτός που έχει συνηθίσει τη χρήση του ψέματος θεωρεί το ψέμα φυσιολογικό. Σαν αποτέλεσμα και ο ίδιος αναμένει από τους άλλους να του πουν ψέματα, ακόμα και όταν του λένε την αλήθεια. Χάνει δηλαδή την εμπιστοσύνη του προς τους άλλους πράγμα που τον οδηγεί στο να πει περισσότερα ψέματα.

Αν θέλεις να γίνεις φίλος της αλήθειας λοιπόν, πρέπει να μπορείς να αναγνωρίζεις τη ψευτιά. Αν φτάσεις όμως στο σημείο να λες ψέματα και ο ίδιος, ίσως να πάψεις να είσαι φίλος της αλήθειας. Αυτό φυσικά απαιτεί εξειδικευμένη συζήτηση που δεν αφορά μόνο τη ψυχολογία, αλλά γενικά τη φιλοσοφία. Θα έπρεπε σε μια τέτοια περίπτωση να συγκρίνουμε περιπτώσεις «λευκών ψεμάτων», ψέματα πολιτικών, μέχρι και την αντιπροσώπευση των κακοποιών στο δικαστήριο.

8. Ποια είναι η γνώμη σας για τα λεγόμενα «λευκά» ή «κατά συνθήκη» ψέματα; Θα πρέπει να αποφεύγονται ή όχι;

Η άποψη μου είναι πως κανένα ψέμα δεν είναι καλό εκτός και αν λέγεται για να σωθεί η ζωή κάποιου ανθρώπου. Κάθε ψέμα οδηγεί σε μεγαλύτερο ψέμα και εν τέλει σε ρωγμές στις σχέσεις των ανθρώπων. Πολλοί λένε πως «αν δε πω αυτό το μικρό ψέμα θα χαλάσω τη σχέση που έχω με ένα άλλο άτομο». Εγώ λέω πως αν πεις αυτό το δήθεν μικρό ψέμα, η σχέση σου αυτή έχει ήδη χαλάσει και χρειάζεται επιδιόρθωση.

Σκεφτείτε πόσοι άνθρωποι απάτησαν τον/την σύζυγο τους γιατί δεν τόλμησαν να τους πουν πως δεν είναι ευχαριστημένοι. Σκεφτείτε πόσοι αυτοκτόνησαν επειδή δεν ήθελαν κάποιο δικό τους πρόσωπο να μάθει κάποια κακή πράξη που έκαναν (π.χ. τζόγος ή κακές επιχειρηματικές επιλογές).

Όταν το ψέμα κυριαρχήσει στη ζωή μας, τότε ο άνθρωπος μπορεί να φτάσει στα άκρα. Οι ακραίες περιπτώσεις που περιγράφω, δεν είναι τόσο σπάνιες όσο κάποιοι νομίζουν.

9. Το Internet και ειδικότερα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (socialmedia), όπως το Facebook, μοιάζουν να έχουν μυήσει τον σύγχρονο άνθρωπο στην τεχνική του ψέματος, καλλιεργώντας ολοένα και περισσότερο το σύνδρομο του «ταλαντούχου κύριου Ρίπλεϊ». Πόσο θεμιτό μπορεί να είναι αυτό και τι είδους ψυχολογικούς σκοπούς εξυπηρετεί;

Δεν θα έλεγα πως το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν μυήσει τον σύγχρονο άνθρωπο στην τεχνική του ψέματος. Το ψέμα υπήρχε προ πολλού και μπορούμε να το δούμε αυτό καθ’ όλη τη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας.

Μόνο την Παλαιά Διαθήκη να μελετήσει κανείς θα βρει στις Δέκα Εντολές την εντολή: «Ου ψευδομαρτυρήσεις κατά του πλησίον σου». Στην αρχαία Ελλάδα χρησιμοποιούσαν τους μύθους, δηλαδή μικρά ψέματα δομημένα με τρόπο που να μεταφέρουν ένα ηθικό δίδαγμα.

Αντιλαμβάνομαι τα σύγχρονα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ως εργαλεία που έδωσαν στον άνθρωπο μεγαλύτερες δυνατότητες επικοινωνίας. Έτσι μπορεί να επικοινωνήσει καλύτερα μεταδίδοντας τόσο αληθινά, όσο και ψεύτικα μηνύματα. Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό. Όσο μεγαλύτερη επαφή έχει κάποιος άνθρωπος με το διαδίκτυο, τόσο καλύτερα αναγνωρίζει τα ψέματα των άλλων. Η αναγνώριση αυτή βοηθά στη μείωση των ψεμάτων που λέγονται στη κοινωνία.

Όσο για το σύνδρομο του «ταλαντούχου κύριου Ρίπλεϊ» που αναφέρεις, εξυπηρετεί πολλούς σκοπούς. Ο πρώτιστος σκοπός είναι η κοινωνική αναγνώριση. Ο πάσχων λέει ψέματα με σκοπό να ταυτιστεί με κάποιο κοινωνικό status. Κάθε ψέμα όμως δημιουργεί την ανάγκη για ένα νέο ψέμα προκειμένου να καλύψει το προηγούμενο. Έτσι η εμμονή με το συγκεκριμένο κοινωνικό status καταλήγει σε ένα τεράστιο καταναγκαστικό ψέμα. Ο μηχανισμός αυτός είναι αυτό που ονομάζουμε στη ψυχολογία Ψυχαναγκαστική Διαταραχή (OCD). Για να αντιμετωπίσει κάποιος τη Ψυχαναγκαστική του Διαταραχή τότε θα πρέπει να επισκεφθεί κάποιον Ψυχοθεραπευτή που θα τον βοηθήσει.

Κύριε Παναγή, ευχαριστώ θερμά για την άκρως κατατοπιστική συνέντευξη που μου δώσατε.

⃰⃰Σωκράτης Παναγή, Ψυχολόγος - Συνθετικός Ψυχοθεραπευτής, BSc in Psychology, MSc in Integrative Psychotherapy.
 
Πέννυ Γιώσα